νομή


νομή
1) раздел, делёж; 2) пастбище

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "νομή" в других словарях:

  • νομή — pasturage fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομή — (Νομ.). Η κατοχή (φυσική εξουσίαση) του πράγματος όταν συντρέχει με τη θέληση του εξουσιάζοντος να έχει το πράγμα αυτό δικό του. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι απαραίτητες και αποτελούν το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus) στοιχείο… …   Dictionary of Greek

  • νομῇ — νομάζω graze fut ind mid 2nd sg (doric) νομάζω graze fut ind act 3rd sg (doric) νομῆι , νομεύς herdsman masc dat sg (epic ionic) νομή pasturage fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομή — η 1. βοσκή, βοσκότοπος, το σύνολο ζωικών τροφών. 2. (νομ.), εξουσία, δικαίωμα και επικαρπία πάνω σε πράγμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νομῆι — νομῇ , νομάζω graze fut ind mid 2nd sg (doric) νομῇ , νομάζω graze fut ind act 3rd sg (doric) νομεύς herdsman masc dat sg (epic ionic) νομῇ , νομή pasturage fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομαῖς — νομή pasturage fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομαί — νομή pasturage fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομῇσι — νομή pasturage fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομῇσιν — νομή pasturage fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομήν — νομή pasturage fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οιονεί — (Α οιονεί δ.γρφ. οἱονανεί, δωρ. τ. οἷον αἰ) κατά κάποιο τρόπο, σαν να («ἀλλ ἐοικυῑα οἱονεὶ ἔντερον εὖρος ἔχον», Αριστοτ.) νεοελλ. φρ. «οιονεί νομή» (νομ.) μορφή νομής που αποτελεί μερική φυσική εξουσίαση τού πράγματος η οποία ασκείται με διάνοια… …   Dictionary of Greek